Saturday, July 5, 2008

Τομπάις Γουλφ «Το παλιό σχολείο»

Στη Νέα Αγγλία τη δεκαετία του ’60

Εχει μεγάλη δόση νοσταλγίας το μυθιστόρημα του Τομπάις Γουλφ «Το παλιό σχολείο». Tοποθετημένο σε ένα οικοτροφείο της Νέας Αγγλίας στις αρχές της δεκαετίας του ’60, λίγο πριν από τη δολοφονία του Κένεντι και το Βιετνάμ, το «Παλιό Σχολείο» αντηχεί τους ψιθύρους ενός κόσμου σε απόσυρση. Περισσότερο, όμως, από ένα μυθιστόρημα ατμόσφαιρας και αθωότητας, το «Παλιό Σχολείο» είναι ένα βιβλίο ενηλικίωσης και αυτογνωσίας.

Είναι βαθιά αγγλοσαξονικός ο τρόπος γραφής του 63χρονου Τομπάις Γουλφ. Θαυμάσιος στο να οργανώνει ένα λεκτικό περιβάλλον αυτοσυγκράτησης και καθήκοντος, ο Γουλφ ξεδιπλώνει σε αυτό το συμπαθητικό –και σε ορισμένες στιγμές πολύ βαθύ– μυθιστόρημα την πορεία του κεντρικού του ήρωα, καθώς παλεύει με τους δαίμονές του. Ο Γουλφ, που θεωρείται στυλίστας της μικρής φόρμας, και κυρίως του διηγήματος, στήνει ένα βιβλίο με πολύ διακριτές ενότητες. Συμπρωταγωνστές, ως ήρωες και αυτοί, τρία ιερά τέρατα της αμερικανικής λογοτεχνίας των μέσων του 20ού αιώνα. Ο Ρόμπερτ Φροστ, η Εϊν Ραντ και ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Το οικοτροφείο διοργανώνει διαγωνισμό διηγήματος κάθε φορά προς τιμήν ενός μεγάλου συγγραφέα και οι μαθητές καλούνται μέσα από μεγάλο ανταγωνισμό και αγωνίες να γίνουν οι εκλεκτοί του συγγραφέα–επισκέπτη.

Καταπληκτική η λογοτεχνική αναβίωση της Εϊν Ραντ (Ayn Rand) αλλά και πολύ κομψή (και ευφυής) η αποδόμησή της. Ο Γουλφ σαφώς, σαφέστατα δεν είναι οπαδός της υπερ-φιλελεύθερης Εϊν Ραντ, που γύρω στα 1950 - 60 είχε στις ΗΠΑ και αλλού πιστούς με φανατισμό ιδεολογικής «αίρεσης». Ακατανόητη, πάντως, η απόδοση του πασίγνωστου μυθιστορήματός της «The Fountainhead» ως «Νερομάνα»! (το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά με τον τίτλο «Κοντά στον ουρανό» από τις εκδόσεις Ωκεανίδα).
Αλλά είναι ο διαγωνισμός διηγήματος προς τιμήν του Χέμινγουεϊ αυτός που οδηγεί το μυθιστόρημα στην κορύφωσή και που δικαιώνει τον λόγο ύπαρξής του. Χάρις στον διαγωνισμό αυτό, ο συμπαθητικός νεαρός ήρωας κάνει την υπέρβασή του. Εγκαταλείπει το διαρκές αίσθημα αγωνίας να καλύπτει διαρκώς τη μικροαστική, εβραϊκή καταγωγή του και τις πραγματικές του ιεραρχήσεις. Και καθώς ωριμάζει η ιδέα ότι «δεν αρέσει πάντα το να θέλουμε να είμαστε διαρκώς αρεστοί» προχωράει να κάνει την απελευθέρωσή του σαν υπνωτισμένος: βρίσκει ένα παλιό διήγημα μιας φοιτήτριας σε άλλο Kολέγιο και το αντιγράφει. Οχι για να εξαπατήσει αλλά γιατί αιφνιδιάστηκε από την ταύτιση που ένιωσε καθώς διάβαζε το «ξένο» διήγημα. Εγινε ένα κρακ μέσα του και οικειοποιήθηκε το «ξένο» τόσο βαθιά ώστε το πίστεψε δικό του. Μέσα από το «άλλο» είδε τον εαυτό του.

Θα πρωτεύσει στον διαγωνισμό, αλλά η αποκάλυψη της απάτης θα φέρει την αποπομπή του. Το μυθιστόρημα αδυνατίζει προς το τέλος, καθώς ο χειρισμός της ενοχής και της κάθαρσης δεν είναι τόσο επιτυχημένος όσο η πορεία προς την απελευθέρωση μέσω της λανθάνουσας αυτο-τιμωρίας. Είναι, όμως, ένα ελκυστικό αμερικανικό μυθιστόρημα που για να το ευχαριστηθεί κανείς θέλει ζεστό ρόφημα δίπλα σε τζάκι. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, πάρτε το μαζί σας στην παραλία! [Του Νίκου Βατόπουλου, Η Καθημερινή, 05/07/2008]

ΚΑΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΕΡΡΕΣ…

...Η περίπτωση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης

Του Θεοδωρου Γρηγοριαδη*, Η Καθημερινή, 05/07/2008

Πέρασε ο καιρός που μια Δημόσια Βιβλιοθήκη δάνειζε αποκλειστικά βιβλία. Στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών, με είκοσι χιλιάδες συνδρομητές, μεταστεγασμένη σε καινούργιο 5ώροφο κτίριο, λειτουργεί αίθουσα πληροφορικής και φωτογραφικών αρχείων της πόλης, γκαλερί, ενώ η κινητή μονάδα επισκέπτεται απομακρυσμένα σχολεία. Ο δικτυακός τόπος της βιβλιοθήκης ανανεώνεται τακτικά με παρουσιάσεις βιβλίων ξένης, ελληνικής και νεανικής λογοτεχνίας και πολιτιστικές ειδήσεις απ’ όλον τον κόσμο. Τα «λογοτεχνικά σεμινάρια» ξεκίνησαν το 1999 για μια τριετία και ξανάρχισαν το 2007.

Στον φετινό, τέταρτο κύκλο, των λογοτεχνικών σεμιναρίων, «Μυθιστόρημα: δημιουργικές αναγνώσεις», διαβάσαμε μερικά από τα πιο πρόσφατα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων με βασικό κριτήριο τη λογοτεχνική τους εμβέλεια. Φροντίσαμε να εκπροσωπούν διαφορετικές χώρες (Γαλλία, Αγγλία, Τουρκία, Αίγυπτο, Ιρλανδία, Ιταλία) και να είναι μυθιστορήματα που είτε διαπραγματεύονται θέματα της ιστορίας του 20ού αιώνα («Ξενοδοχείο Lutetia», «Μέγαρο Γιακουμπιάν», «Εξιλέωση») είτε να συνδιαλέγονται σύγχρονα κοινωνικά θέματα («Η Συγκέντρωση», «Ευτυχία», «Με τις χειρότερες προθέσεις», «Πέρα από το μαύρο»).

Στον τέταρτο κύκλο επικεντρωθήκαμε κυρίως στο ίδιο το μυθιστόρημα, με έμφαση στην αφήγηση, τους χαρακτήρες, την ιστορία, την πλοκή, το πώς ο συγγραφέας παρεμβαίνει και πόσο αποκρύπτεται. Ηταν μια «δημιουργική ανάγνωση» που η διαφορά της από τις ολιγομελείς «ομάδες ανάγνωσης» έγκειται στο γεγονός ότι το σεμινάριο ήταν ανοιχτό σε όλους, το βιβλίο επέλεγε ο συντονιστής, δεν υποχρεούνταν κανείς να το διαβάσει από πριν, αλλά όποιος το διάβαζε παρέμβαινε στη συζήτηση. Σκοπός μας ήταν να γνωρίσει το κοινό «ολόκληρο το μυθιστόρημα σε μια ώρα», να μπορεί να το ξαναδιηγηθεί ή να το διαβάσει αργότερα με το δικό του τρόπο.

Κάθε μήνα, στην ωριαία παρουσίαση, το μισό τουλάχιστον χρόνο κάλυπτε το διάβασμα αποσπασμάτων που δένονταν με ενδιάμεσες περιλήψεις, μια ανάγνωση που ανακλούσε τη φωνή του συγγραφέα - μακριά από τα θεατρικά διαβάσματα ηθοποιών σε λογοτεχνικές παρουσιάσεις. Ετσι οι αναγνώστες οικειοποιούνταν ένα κείμενο και κατέληγαν ακόμη και σε αξιολογήσεις.

Η «Εξιλέωση» ήταν η πιο δυνατή λογοτεχνικά βραδιά, η «Ευτυχία» του Λιβανελί η πιο συγκινητική λόγω του θέματος της κακοποίησης των κοριτσιών. Το κοινό γύρω στα 50-70 άτομα, ηλικίας άνω των 25, περισσότερες οι γυναίκες. Ολόκληρες οι εισηγήσεις βρίσκονται αναρτημένες στο www.serrelib.gr. Συμπληρωματικά, στην Κινηματογραφική Λέσχη, παιζόταν και μια ταινία στηριγμένη σε λογοτεχνικό βιβλίο κι εδώ το Οσκαρ πήγε στο Namesake της Τζούμπα Λαχίρι.

* Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας.

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΜΕ ΑΡΩΓΟ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Θα γιορτάσει το βραβείο της στην... Κίνα. Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου από τις 14 Ιουλίου, μαζί με άλλους πενήντα πέντε μοτοσικλετιστές, θα διανύσει 22 χιλ. χιλιόμετρα και θα διασχίσει 15 χώρες, μεταφέροντας το σύμβολο της ειρήνης, την ελιά, στο Πεκίνο και στους Ολυμπιακούς Αγώνες, σε μια μεγάλη διοργάνωση την ευθύνη της οποίας έχει ο Πολιτιστικός Οργανισμός «Οι Δρόμοι της Ελιάς». Ενα μήνα πριν τιμήθηκε με το βραβείο ελληνικής λογοτεχνίας του περιοδικού (δε)κατα για το τρίτο βιβλίο της «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;». Και το καταχάρηκε. Αλλωστε, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου είναι ένας πολύ χαρούμενος άνθρωπος, που μοιάζει να κοιτάζει πάντα προς τη θετική πλευρά της ζωής.

Συναντηθήκαμε σ’ ένα εστιατόριο των Εξαρχείων. Ηταν η τρίτη φορά που την έβλεπα κι ήξερα ελάχιστα για τη ζωή της. Σπούδασε ξενοδοχειακό μάνατζμεντ στην Ελλάδα και την Αγγλία, δούλεψε λίγα χρόνια σε τουριστικές επιχειρήσεις, αλλά δεν άντεχε τη διαρκή ανατροπή του βιορυθμού της. «Δεν μου άρεσε αυτή η φυλακή. Το ξενοδοχείο δεν κλείνει ποτέ». Ετσι επέλεξε τον δημόσιο τομέα, εργάζεται στη διοίκηση της Α΄ Υγιειονομικής Περιφέρειας Αττικής, είναι προϊσταμένη στο τμήμα του Χάρτη Υγείας και αισθάνεται πολύ ευχαριστημένη με τη σταθερότητα του ωραρίου που έχει πλέον, κι ας ξυπνάει στις 6 το πρωί... [συνεχίζεται. Της Όλγας Σελλά, Η Καθημερινή, 05/07/2008]

ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΓΝΩΣΤΑ

Aποψη

Της Λένας Διβάνη*, Η Καθημερινή, 05/07/2008

Μ αρέσουν πολύ τα βραβεία. Να τα παίρνουν οι άλλοι. Να τα παίρνω εγώ (αυτό ομολογουμένως περισσότερο). Ξέρεις από μέσα σου -είτε είσαι αναγνώστης, είτε συγγραφέας- πως ένα βραβείο δεν σημαίνει αναγκαστικά τίποτα: μια ομάδα ειδικών σε ξεχώρισε για δικούς της λόγους που συχνά δεν συνδέονται καλά και σώνει με την ποιότητα της δουλειάς σου. Κι όμως νιώθεις (επιτέλους!) δικαιωμένος (τους έδειξες εσύ!) και στους εφτά ουρανούς αν είσαι ο υπερτυχερός της χρονιάς. Αν πάλι είσαι αναγνώστης τρέχεις να το αναζητήσεις το βραβευθέν, σε τρώει η περιέργεια, ανυπομονείς να συγκρίνεις το γούστο σου με της αυθεντίας συχνά μόνο και μόνο για να ορθώσεις το ανάστημα σου απέναντί της.

Εν ολίγοις, ναι, έχουν πλάκα τα βραβεία όπως κάθε διαφημιστικό τρικ. Φέρνουν τα βιβλία στο στόμα του κόσμου. Οδηγούν ανθρώπους στα βιβλιοπωλεία. Στηρίζουν τους εκδότες που στενάζουν από την κρίση (ακόμα κι όταν κρίση δεν υφίσταται). Και κυρίως κάνουν εκστατικά ευτυχισμένο έναν άνθρωπο για δυο τρεις βδομάδες. Για να κάνουν όμως καλά τη δουλειά τους υπάρχουν προαπαιτούμενα: πρέπει να έχουν κριτές με καλή έξωθεν μαρτυρία, αλλά όχι τα μαυσωλεία, ανθρώπους του συναφιού ενεργούς που ζουν σήμερα. Επειτα χρειάζονται λίγη φασαρία, μια αμφιβολία, ένα λαλίστατο, σοβαρό αλλά και σκαμπρόζο παρουσιαστή, μια στάλα αμαρτωλή σοουμπίζικη λάμψη (όπως τα βραβεία του «Διαβάζω» παραδείγματος χάριν) και τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα.

Ξέρω ότι στραβώνουν οι μούρες των σοβαροφανών, αλλά δεν είναι σοβαρά πράματα τα βραβεία, πώς να το κάνουμε. Μεγάλα βιβλία δεν έχουν πάρει ποτέ καμία διάκριση και μετριότητες δοξάστηκαν με τίτλους – γνωστό αυτό. Τα βιβλία δεν είναι καλλονές να μετρήσουμε μέση, στήθος, μπούτι και να καταλήξουμε.

Το αληθινό βραβείο για ένα βιβλίο που εκδίδεται σήμερα είναι εκείνο το πιθανό χέρι (the if hand που θα έλεγε κι ο cummings) που θα το τραβήξει από τη βιβλιοθήκη σε διακόσια χρόνια – αν υπάρχουν ακόμα τότε βιβλιοθήκες ή χέρια…

* Η κ. Λένα Διβάνη διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είναι συγγραφέας και αντιπρόεδρος του ΕΚΕΒΙ.

Παραπλανητική αίγλη

Aποψη

Του Γιάννη Παπαθεοδώρου*, Η Καθημερινή, 05/07/2008

Kαθώς ολοένα αυξάνεται η πίεση της αγοράς πάνω στους κανόνες της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ενισχύοντας την αντίληψη ότι η τελευταία είναι υπόθεση προσωπικών ανταγωνισμών, ατομικών επιδόσεων και υλικών αμοιβών, τα βραβεία μοιάζουν να είναι ένας αυτονόητος και αποδοτικός μηχανισμός πολιτισμικής διάκρισης, που επιβάλλει ιεραρχίες και κριτήρια για όλα τα αισθητικά γούστα. Από τη γνώριμη εθνική «Καλομοίρα» ώς τον άγνωστο νεοεμφανιζόμενο ποιητή, η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και οι κρατικοί θεσμοί «βραβεύουν» διαρκώς τους δημιουργούς, καλλιεργώντας μια παραπλανητική εκδοχή αίγλης και κύρους, χωρίς αυτή απαραίτητα να ανταποκρίνεται στην αξία των πολιτισμικών προϊόντων, στο δημόσιο έλεγχό τους και στην κριτική πρόσληψή τους. Σαν τα πληθωριστικά χαρτονομίσματα, τα βραβεία επικυρώνουν την ύπαρξη ενός συμβολικού κεφαλαίου, που διακινείται και κατοχυρώνεται «ελεύθερα» (βλ. «ιδιωτικά», ως επί το πλείστον) στο πεδίο της κουλτούρας, αναπαράγοντας το ρομαντικό στερεότυπο της πρόσκαιρης φήμης και της εφήμερης δόξας.

Ο εξίσου ρομαντικός αντίλογος σε τούτη την άποψη, είχε κερδίσει πόντους από νωρίς. Ηδη από τον καιρό του Μεσοπολέμου, ο Καρυωτάκης είχε θέσει το θέμα της άσημης τέχνης, βραβεύοντας αντιστικτικά, με το δικό του τρόπο, τους «άδοξους ποιητές των αιώνων». Είναι σίγουρο πως, στις μέρες μας, δεν αρκεί η ρομαντική διαμαρτυρία του Καρυωτάκη για να μας σώσει από τον κατακλυσμό της «βιομηχανίας των βραβείων», καθώς το θέμα δεν αφορά πλέον τον «έπαινο του δήμου και των σοφιστών», αλλά την «αγορά» - και μόνο την αγορά. Η άρνηση της πολιτισμικής νομιμοποίησης των βραβείων είναι το πρώτο βήμα για μια πιο υποψιασμένη στάση απέναντι στο «φυσικό» μεγαλείο αυτής της μιντιακής αναγνώρισης. Η πρόσφατη άρνηση του Πάνου Μουλλά να αποδεχτεί το βραβείο δοκιμίου από το περιοδικό «Διαβάζω» ήταν ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Κι ας πάει να λέει η πιάτσα των βραβείων πως «η φωτιά ήταν βαλτή». Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

* Ο κ. Γιάννης Παπαθεοδώρου διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: ΜΗΠΩΣ ΤΟ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΡΑΚΑΝΕΙ;

Κάποτε υπήρχαν μόνο τα κρατικά. Τα τελευταία χρόνια ιδιωτικοί φορείς μπαίνουν δυναμικά στο χώρο των βραβεύσεων, των λαμπερών εκδηλώσεων, της διαμόρφωσης «κανόνα» και ειδώλων. Στο βιβλίο, στη μουσική, στο σινεμά, και κυρίως στην τηλεόραση. Το βιβλίο της χρονιάς, το σίριαλ της χρονιάς, ο συγγραφέας της χρονιάς, η παράσταση της χρονιάς.

Την κάθε βράβευση ακολουθούν δημοσιεύματα, συνεντεύξεις, δημοσιότητα, φωτογραφίσεις. Τον κάθε βραβευμένο ακολουθούν η επωνυμία (για τη διάρκειά της ο ίδιος είναι υπεύθυνος), οι πωλήσεις (αν πρόκειται για βιβλίο ή μουσική), αρκετός χώρος στα media (για κάποιο διάστημα τουλάχιστον) και αν μέχρι τότε ήταν άγνωστος και άσημος, έχει την ευκαιρία να κοιτάξουν κάπως περισσότεροι άνθρωποι τη δουλειά του. Αν θα την προσέξουν επί της ουσίας είναι άλλο θέμα. Πάντως, θα την κοιτάξουν. Ισως για να είναι κι αυτοί (οι αποδέκτες, οι αναγνώστες, οι θεατές) in. Να αισθάνονται εντός του ρεύματος.

Οσοι παρακολουθούν από κοντά τις βραβεύσεις, σε όλους τους τομείς, θα ήθελαν να πιστεύουν ότι δίνουν τη δυνατότητα στους νέους να αναδειχθούν, να τονώσουν τη μοναχική τους διαδρομή, αλλά γνωρίζουν πολύ καλά ότι σιγά σιγά αυτό που επικρατεί είναι μια ιδιότυπη επετηρίδα και πολλές, μα πάρα πολλές ισορροπίες και επίσης, πολλές παρέες. Οχι πάντα. Μην είμαστε απόλυτοι και ισοπεδωτικοί. Αλλά τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει.

Χρειάζονται, λοιπόν, τόσα βραβεία; Εκπαιδεύουν το κοινό, τιμούν τους δημιουργούς, ή μήπως μόνο συμβάλλουν στη διαμόρφωση του κοινού κριτηρίου και δημιουργούν events;

Οι σημερινές αντιπαραθέσεις είναι μια συζήτηση που κρατάει χρόνια. Αφορά τον χώρο του βιβλίου, αλλά κολλάει γάντι σε κάθε διαδικασία και λογική βράβευσης. Οι αντιπαρατιθέμενοι, πανεπιστημιακοί και οι δύο, διασταυρώνουν τα ξίφη τους για τον ρόλο των βραβείων τόσο στην πλευρά των δημιουργών όσο και στην πλευρά των θεσμών και της κοινωνίας. Δεν θα λυθεί το θέμα. Μια ψηφίδα προστίθεται απλώς.

[Tης Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, 05/07/2008]

Friday, July 4, 2008

ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΣ ΟΙ ΣΧΟΛΙΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ

Ανύπαρκτες οι σχολικές βιβλιοθήκες

Θλιβερή χαρακτηρίζεται η εικόνα των σχολικών βιβλιοθηκών, αφού, παρά τις εξαγγελίες από τ ις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, ούτε επέκτασή τους, ούτε εμπλουτισμός τους έγινε, ενώ αντίθετα σε πολλές περιπτώσεις χειροτέρεψαν και οι όροι λειτουργίας τους. Ετσι, από τις 499 που υπάρχουν σήμερα (και μόνο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) άλλες είναι κλειστές και άλλες υπολειτουργούν, ενώ παράλληλα, η χρηματοδότησή τους ολοένα και ...στερεύει: Από 70, 431 εκ. ευρώ που ήταν αρχικά, σήμερα μειώθηκε στα 15 εκατομμύρια ευρώ, όπως επισημαίνει και στην επιστολή του ο εκδότης Γ. Δαρδανός.

Είναι κι αυτό ένα δείγμα γραφής για το πώς βλέπουν τη λειτουργία και το ρόλο του σχολείου. Αντί η σχολική βιβλιοθήκη να αποτελεί πολυτέλεια, θα έπρεπε να είναι συστατικό μέρος της μαθησιακής διαδικασίας, με υποδομές και υλικό διαθέσιμα σε κάθε μαθητή. Αλλά αυτό είναι συστατικό μιας άλλης Παιδείας, πραγματικά αναβαθμισμένης, πολύ μακριά από την Παιδεία του «πλήρωνε» που φτιάχνουν σήμερα.