Tuesday, July 14, 2009

«Ο Αρμαγεδδών ήταν χθες...»

  • Γράφει η Σοφία ΝικολαΐδουΤΑ ΝΕΑ, 11/07/2009
  • Κριτική του έργου: Το κορίτσι με το τατουάζ
  • Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ «ΜΙLLΕΝΝΙUΜ» ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΙΓΚ ΛΑΡΣΟΝ ΥΠΗΡΞΕ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ. ΔΩΔΕΚΑΜΙΣΙ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΣΕ ΤΡΙΑΝΤΑ ΟΚΤΩ ΧΩΡΕΣ- ΚΑΙ Η ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ. ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΓΙΑ ΟΛΑ: ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΦΑΣΙΣΜΟ, ΨΥΧΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ, ΜΙΣΟΓΥΝΙΣΜΟ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΜΦΑΓΟ ΤΕΡΑΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Φωτογραφία

«Το κορίτσι με το τατουάζ» μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Νιλς Άρντεν Όπλεβ και πριν από λίγες εβδομάδες έκανε το ντεμπούτο του στους κινηματογράφους, με τον πρωτότυπο σουηδικό τίτλο. Στη φωτογραφία, η Νούμι Ραπάσε στον ρόλο της Λίσμπετ και ο Μίκαελ Νάικβιστ στον ρόλο του συνονόματού του δημοσιογράφου Μίκαελ
  • Το 2008 ο Στιγκ Λάρσον ήταν ο δεύτερος συγγραφέας με τα πιο ευπώλητα βιβλία στον πλανήτη. Σαρωτική επιτυχία, αν λάβει κανείς υπόψη ότι ο συγγραφέας ήταν γνωστός ακτιβιστής δημοσιογράφος και δεν είχε δημοσιεύσει ποτέ λογοτεχνία. Μέλος ακροαριστερής οργάνωσης στη νεότητά του, είχε ειδικευτεί στη δημοσιογραφική έρευνα με θέματα τον ρατσισμό, τον φασισμό, τον μισογυνισμό. Ο Λάρσον άρχισε να γράφει τα βιβλία του μετά το 2000, το βράδυ που γυρνούσε από τη δουλειά. Η συγγραφική φόρα του ήταν τέτοια που παρέδωσε, όχι ένα, αλλά τρία βιβλία στον εκδότη του. Δήλωσε ότι είχε δέκα βιβλία στα σκαριά. Μια ολόκληρη σειρά.
  • Ο Λάρσον δεν πρόλαβε να χαρεί την τρανταχτή επιτυχία του έργου του. Πέθανε από ανακοπή το 2004, σε ηλικία πενήντα ετών. Τα δέκα εκατομμύρια ευρώ των πνευματικών δικαιωμάτων του κληρονόμησαν ο πατέρας και ο αδελφός του, άνθρωποι με τους οποίους είχε ελάχιστες σχέσεις. Η πραγματική οικογένεια του Λάρσον, η γυναίκα με την οποία συζούσε πάνω από τριάντα χρόνια, δεν έλαβε τίποτα. Η εκδίκηση του επίσημου θεσμού της οικογένειας, θα μπορούσε να σχολιάσει κάποιος πικρά.
  • Το πρώτο μυθιστόρημα της σειράς ( Άντρες που μισούν τις γυναίκες) εκδόθηκε στη Σουηδία το 2005. Η αγγλόφωνη έκδοση το 2008 άλλαξε τον τίτλο είναι τίτλος που επέλεξαν ο Βρετανός, ο Αμερικανός, αλλά και ο Έλληνας εκδότης. Το δεύτερο μέρος της τριλογίας, Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά, δημοσιεύτηκε το 2006 και το τρίτο μέρος, Παλάτια στον ουρανό,το 2007. Όλα τιμήθηκαν με βραβεία αστυνομικού μυθιστορήματος.
  • Ο Στιγκ Λάρσον ήταν μανιώδης αναγνώστης επιστημονικής φαντασίας και πρόεδρος του μεγαλύτερου φαν κλαμπ επιστημονικής φαντασίας στη Σουηδία. Τα βιβλία του βραβεύτηκαν ως αστυνομικά μυθιστορήματα, κατηγοριοποίηση που στενεύει τη θεματική εμβέλεια και τις αφηγηματικές απλωτές του συγγραφέα.
Φωτογραφία

Ο Στιγκ Λάρσον δεν πρόλαβε να χαρεί την τρανταχτή επιτυχία του έργου του. Πέθανε από ανακοπή το 2004, σε ηλικία πενήντα ετών
  • Ο Λάρσον στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας του προλαβαίνει να μιλήσει για όλα: την πολιτική, την οικονομία, τον φασισμό, τον μισογυνισμό, τη βία, την ψυχική ασθένεια. Η ιστορία έχει ως εξής:
  • Στις 26 Σεπτεμβρίου 1966 η δεκαεξάχρονη Χάριετ Βάνιερ, ανιψιά του βιομηχάνου Χένρικ Βάνιερ, πατριάρχη της σουηδικής οικονομίας, εξαφανίζεται. Για τριάντα έξι χρόνια ο Χένρικ Βάνιερ ερευνά με κάθε λεπτομέρεια τις συνθήκες της εξαφάνισης και αναζητεί τον δολοφόνο. Στο τέλος, με την επίγνωση ότι πρόκειται για ύστατη επιλογή, μια και ο ίδιος είναι πλέον υπέργηρος, αναθέτει σε έναν μαχητικό δημοσιογράφο, τον Μίκαελ Μπλούμκβιστ, να γράψει τη βιογραφία της οικογένειας, στην πραγματικότητα όμως του ζητά να ψάξει και να βρει την αλήθεια.
  • Ο Μίκαελ βρίσκεται σε δεινή επαγγελματική θέση. Προσπάθησε να αποκαλύψει μια μεγάλη οικονομική απάτη ενός μεγαλοεπιχειρηματία, του Βένερστρεμ, και έσπασε τα μούτρα του. Έχει καταδικαστεί σε τρίμηνη φυλάκιση και το περιοδικό του, το «Μillennium», κινδυνεύει να κλείσει. Ο Μίκαελ αναλαμβάνει την υπόθεση. Βοηθός του στην έρευνα μια νεαρή χάκερ, η Λίσμπετ Σάλαντερ, μια κοπέλα τρομακτικής ευφυΐας, με πανκ εμφάνιση και αντικοινωνική συμπεριφορά. Η Λίσμπετ έχει στοιχεία αυτισμού (σύνδρομο Άσπενγκερ), πράγμα που την καθιστά «νομικά ανήλικη» και την εξαναγκάζει να έχει κηδεμόνα.
  • Η αστυνομική υπόθεση που υφαίνει τον καμβά της αφήγησης είναι ένα τυπικό «μυστήριο του κλειδωμένου δωματίου», μόνο που το δωμάτιο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ένα ολόκληρο νησί. Με την αφορμή της αστυνομικής πλοκής, ξεδιπλώνεται μια πλατιά αφήγηση με πολλά παράλληλα νήματα και δεκάδες ήρωες. Ολόκληρη η οικογένεια Βάνιερ, με το ναζιστικό παρελθόν ορισμένων μεγαλομετόχων, τις σαδιστικές εκτροπές και τις μυητικές τελετές στο αίμα και στο σεξ, αλλά και η παρέα του «Μillennium» με τους δημοσιογράφους, τους εκδότες, τους σπιούνους. Η συνομοταξία των απανταχού χάκερ, που στήνουν κομπίνες και υποκλοπές στο πι και φι, οι μεγαλοκαρχαρίες των οικονομικών εγκλημάτων, με εμβληματική μορφή τον Βένερστρεμ, ο κόσμος του νησιού Έντεμπι, όπου διεξάγεται η έρευνα, ο σαδιστής δικηγόρος Μπιούρμαν που βιάζει τη Λίσμπετ, η οποία τον πληρώνει με το ίδιο νόμισμα, παπάδες, επιχειρηματίες, αρχαίοι φίλοι.

Ο έρωτας στα χρόνια της ήττας

  • Γράφει η Ρούλα Γεωργακοπούλου, ΤΑ ΝΕΑ, 11/7/2009
  • Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ, Η ΙΔΑΝΙΚΗ «ΧΗΡΑ», Ο ΑΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΣ ΓΙΟΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΕΡΩΤΟΧΤΥΠΗΜΕΝΟΣ ΑΣΦΑΛΙΤΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΩΜΕΝΗ ΠΟΛΗ. ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ ΓΕΜΑΤΟ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ, ΜΕ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΗ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ 2008. Ο 75 ΕΤΩΝ ΣΗΜΕΡΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΚΕΡΔΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΕΛΘΟΥΜΕ ΣΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΕΝΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥΣ ΜΕΤΡ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ.
Φωτογραφία

Παιδιά παίζουν στην Παλιά Πόλη της Βαρκελώνης, λίγο μετά τον ισπανικό εμφύλιο
  • Ακόμη κι αν δεν είστε φανατικοί της ισπανόφωνης πεζογραφίας, ακόμη κι αν η λάτιν «διαχείριση της ήττας» σας φαίνεται λογοτεχνικά ατελέσφορη, αυτό το βιβλίο δεν πρέπει να το χάσετε απ΄ τα μάτια σας. Ταιριάζει πολύ με τα δικά μας μεταπολεμικά, πολιτικά και ψυχικά δράματα και ταυτόχρονα ξεσκονίζει παλιές δικές μας λογοτεχνικές στιγμές που κοντεύουν να ξεχαστούν. Της ίδιας ποιότητας ερωτικό ρίγος και πολιτική τόλμη έχω συναντήσει στο μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού έργου που μας κατέλιπεν ο αείμνηστος Αλέξανδρος Κοτζιάς, αλλά και σε αρκετά έργα- θεατρικά κυρίως- του Παύλου Μάτεσι. Το παιχνίδι των «ομοιοτήτων» σταματάει όμως εδώ γιατί η ισπανόφωνη λογοτεχνική σχολή δεν δημιουργήθηκε από το σποραδικό ντουφεκίδι μερικών γενναίων μόνο, αλλά από την επιθυμία αυτής της παγκόσμιας γλώσσας να «μιλήσει» τα δικά της με έναν τρόπο παγκόσμιο.
  • Αφηγητής του μετεμφυλιακού ισπανικού εφιάλτη είναι ένα αγόρι που ζει το 1945 στα δωμάτια υπηρεσίας ενός ρημαγμένου βαρκελωνέζικου αρχοντικού μαζί με την ωραία έγκυο μητέρα του και τον ακόμη αγέννητο αδελφό του, με τον οποίο «συνομιλεί» ακατάπαυστα. Ο αναρχικός πατέρας είναι άφαντος, αλλά η φρανκική αστυνομία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται γι΄ αυτόν και να κρατάει υπό καθεστώς διαρκούς ανάκρισης την οικογένεια και κυρίως την κοκκινομάλλα σύζυγό του, Ρόσα. Ο εντεταλμένος αστυνομικός γίνεται η σκιά της μητέρας και οι τακτικές «ενοχλήσεις» του εξελίσσονται σιγά σιγά σε διακριτικό φλερτ, γεγονός που αναστατώνει τον υπερευαίσθητο γαβριά. Με έναν πάτερα φυγάδα για πολιτικούς λόγους και μια μητέρα φτωχή πλην εκπάγλου καλλονής, συν το κυοφορούμενο που θα έλθει για να πλήξει την έτσι κι αλλιώς απειλημένη από τις περιστάσεις μοναδικότητά του, ο μικρός αναγκάζεται να τελειοποιήσει τα αμυντικά όπλα του, δηλαδή το χιούμορ, το θράσος, τη φαντασία και κυρίως τη σατανική διαίσθησή του. Θα τα καταφέρει, άραγε, να κάνει χαλάστρα στο ανάρμοστο ειδύλλιο;
  • Εφοδιασμένος με κάτι μισόλογα και μισοειπωμένες αλήθειες για τον «νεκρό» πατέρα του, ο ήρωας μας θα μπει στο σύννεφο των ιστορικών παρεξηγήσεων και θα παλέψει με τον δράκο του φασισμού στο σχολείο, στο συνοικιακό σινεμά, στα όρια της πόλης και στα πιθανά σημεία διαφυγής του αναρχικού πατέρα.
  • Η γυναίκα
  • Τι συμβαίνει όμως με την ωραία Ρόσα και τι σόι αισθήματα τρέφει για τον μπάτσο- ερωτιδέα, ο οποίος ξεφυτρώνει διαρκώς από το πουθενά για να προλάβει και την παραμικρή ανάγκη της; Λίγος πραγματικός καφές και κανένα τσιγαράκι, ζάχαρη για το σπίτι, φάρμακα και πρώτες βοήθειες στις υπερτασικές κρίσεις της ξενοδουλεύτρας εγκύου. Η τέλεια αφοσίωση του αστυνομικού έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον ανεύθυνο, μέθυσο και γλεντοκόπο σύζυγο ο οποίος καίτοι αριστερός σε όλα τα υπόλοιπα ήταν ένας κανονικός άνδρας, με την κακή έννοια. Η Ρόσα όμως είναι σοφή, διορατική και κυρίως αξιοπρεπής. Θα πάρει τον καφέ και τη ζάχαρη, αλλά θα αφήσει όλη την αγάπη της ανέγγιχτη στην αποκλειστική διάθεση του γιου της, ο οποίος είναι φανερό ότι έχει μπλέξει με εφιάλτες δυσανάλογους με την ηλικία του.
  • ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΑ 13
Φωτογραφία

Ο εβδομήντα πέντε ετών σήμερα Χουάν Μαρσέ τιμήθηκε τον Απρίλιο με το βραβείο Θερβάντες
  • Ο Χουάν Μαρσέ γεννήθηκε στη Βαρκελώνη λίγο πριν ξεσπάσει ο ισπανικός εμφύλιος. Επειδή η μητέρα του πέθανε στη γέννα, ο πατέρας του τον έδωσε για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι που μόλις είχε χάσει το παιδί του. Εγκατέλειψε το σχολείο σε ηλικία δεκατριών ετών για να εργαστεί, όταν το καθεστώς Φράνκο φυλάκισε τον αριστερό θετό πατέρα του. «Άρχισα να γράφω μυθιστορήματα αναλφάβητος» είπε στην εφημερίδα «Ελ Μούντο». Το 1960 γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα και φεύγει για το Παρίσι, όπου εργάζεται στο Ινστιτούτο Παστέρ και γράφεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα, όπου παραμένει για τέσσερα χρόνια. Η συγγραφική φήμη του μεγαλώνει κατά τη δεκαετία του 1990 και αρχίζει να τιμάται ως ο ιδανικός εκφραστής των συνεπειών του ισπανικού εμφυλίου. Πολλά βιβλία του έχουν γίνει ταινίες, με πιο γνωστή τη «Μαγεία της Σαγκάης» από τον σημαντικό Ισπανό σκηνοθέτη Φερνάντο Τρουέμπα. Το βραβείο Θερβάντες με το οποίο τιμήθηκε φέτος τον Απρίλιο, έχουν κερδίσει μεταξύ των άλλων ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και ο Κάρλος Φουέντες.
  • Ο μπάτσος και τα ανθρωπάκια
Τι είδους «νομιμότητα» υπερασπίζεται ο αστυνομικός, εκτός από αυτό που δηλώνει η επαγγελματική ιδιότητά του; Ο συγγραφέας το αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη, όχι όμως χωρίς να τον σκιτσάρει στην εντέλεια. Γι΄ αυτόν τον ερωτευμένο άνδρα θα σκεφθούμε πολύ αργότερα, όταν θα έχουμε ολοκληρώσει το βιβλίο και θα έχουμε βγει από την ακατανίκητη μαγεία του η οποία, σας προειδοποιώ, κρατάει πολύ. Μην περιμένετε πάντως καμιά κοινωνιολογική ανάλυση για τα «ανθρωπάκια» που παγιδεύονται στα γρανάζια της ιστορίας χωρίς να έχουν επίγνωση. Ο Χουάν Μαρσέ δεν επιτρέπει στον εαυτό του τέτοιου είδους ευκολίες.

Χρήστος Χωμενίδης: Παραμυθάς με τ΄ όνομα

  • Κριτική
  • Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, 11/07/2009

Φωτογραφία

Οι περισσότεροι συγγραφείς ονειρεύονται να επιστρέψουν σε μια εποχή όπου μπορούν να διηγηθούν «χύμα» μία ιστορία και να το ευχαριστηθούν. Λίγοι όμως έχουν τη στόφα παραμυθά που διαθέτει και εκμεταλλεύεται ο Χρήστος Χωμενίδης
  • Εκ πρώτης όψεως είναι παράξενο ότι ο Χωμενίδης, ένας συγγραφέας που εμπνέεται σταθερά όσο λίγοι από το εδώ και σήμερα, και μάλιστα από τις κωμικοτραγικές πλευρές του, «ανακάλυψε» ξαφνικά την αρχαιότητα. Στην πραγματικότητα όμως έκανε αυτό που ονειρεύονται, κι ας μην το ομολογούν συνήθως, οι περισσότεροι συγγραφείς: να επιστρέψουν σε μια εποχή όπου μπορούσαν να διηγηθούν «χύμα» μια ιστορία και να το ευχαριστηθούν, χωρίς να χρειάζεται να σκοτίζονται για τα ζιζάνια του σκεπτικισμού, της δυσπιστίας, της διάβρωσης του κύρους οποιασδήποτε αφήγησης, ακόμα και της ίδιας της γλώσσας, που έσπειραν στο περιβόλι του λόγου οι περιπέτειες και οι φθορές του πολιτισμού στο πέρασμα των αιώνων. Είπαμε ότι οι περισσότεροι συγγραφείς το ονειρεύονται αυτό. Λίγοι όμως έχουν τη στόφα παραμυθά που διαθέτει και εκμεταλλεύεται (μερικές φορές με υπερβολική αυτοπεποίθηση) ο Χωμενίδης, ώστε να αποτολμήσουν με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας μια τέτοια προσομοίωση του ονείρου τους.
  • Το Λόγια φτερά, λοιπόν, μας μεταφέρει στον 8ο αιώνα π.Χ., τότε που τα «έπεα πτερόεντα» δεν σκόρπιζαν στον αέρα, αλλά φώλιαζαν στις ψυχές των ακροατών και τις φτέρωναν, τότε που άνθρωποι όλων των τάξεων συνέρρεαν στην αγορά και τις πλατείες των πόλεων για να ακούσουν τους αοιδούς να διηγούνται τις θαυμαστές ιστορίες τους. Ο γέρος αοιδός Τήνελλος, ξακουστός κάποτε σε όλο τον ελληνικό κόσμο, διηγείται την ιστορία της ζωής του στον εντεκάχρονο εγγονό του, καθώς αισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Μικρό παιδί έφυγε από τη γενέτειρά του, την πολίχνη Απολλωνία της Μικράς Ασίας, για να ακολουθήσει τον θρυλικό και, σύμφωνα με την εντύπωση που έδινε, απέθαντο αοιδό Αναβάτη στις περιοδείες του κατά μήκος της ανατολικής ακτής του Αιγαίου. Ο Αναβάτης τού έμαθε την τέχνη του και τον προόριζε για διάδοχό του. Αλλά ο νεαρός Τήνελλος ήταν αποφασισμένος να τραβήξει τον δικό του δρόμο. Έπειτα από πολλά γυρίσματα της τύχης βρέθηκε στις Μυκήνες και από εκεί στην Ολυμπία, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Με τη φήμη του να μεγαλώνει και να απλώνεται ολοένα, έφτασε κάποια στιγμή βόρεια από τη Ροδόπη, όπου προκάλεσε άθελά του τον αφανισμό ενός θρακικού, «βαρβαρικού» λαού και τον θάνατο μιας πανέμορφης πριγκιποπούλας, που τον είχε θαμπώσει. Έπεσε έπειτα στα νύχια ενός πανούργου εμπόρου, ο οποίος τον συνόδευσε ως «μάνατζέρ» του στη Μικρά Ασία, και τελικά ξεβράστηκε ναυαγός σ΄ ένα απομονωμένο νησί του Αιγαίου, όπου όσοι κάτοικοι είχαν επιζήσει από μια φοβερή επιδημία είχαν επιστρέψει στη ζωώδη κατάσταση.
  • Η αρχαϊκή Ελλάδα που περιγράφει ο Χωμενίδης μέσα από τις περιπέτειες του ήρωά του δεν έχει καμιά σχέση με την απόκοσμη, στατική και στιλιζαρισμένη σαν άγαλμα Κούρου εικόνα της που έχουμε συνηθίσει ή με την ηρωική και υψηλόφρονα αρχαία Ελλάδα που φανταζόμαστε γενικά. Είναι ένας πλουμιστός, ολοζώντανος κόσμος, γεμάτος πάθη, λαγνεία, πονηριά, απάτες, μωρία, λαμπρότητα, αθλιότητα, ομορφιά, ευτράπελα επεισόδια αλλά και ανατριχιαστική σκληρότητα. Ο ίδιος ο Τήνελλος είναι ένας τύπος γεμάτος αντιφάσεις, ανήσυχος και φιλόδοξος, πότε δόλιος και πότε σπλαχνικός, πότε εύπιστος και πότε σκεπτικιστής, χωρίς πολλές ηθικές αναστολές, αλλά συχνά ευσυγκίνητος, πάντοτε επιρρεπής στις ηδονές και ουσιαστικά έρμαιο των περιστάσεων. Ένας χαρισματικός- αυτό είναι σίγουρο- καλλιτέχνης, ο οποίος καθόλου δεν απαρνείται τον κόσμο για χάρη της τέχνης του, είτε σε καλό τού βγαίνει αυτό είτε (μάλλον συχνότερα) σε κακό. Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει: προς τι όλα αυτά, πέρα φυσικά από τη ζωντάνια, τη χάρη και την ποικιλία της αφήγησης, αρετές που ο Χωμενίδης ξετυλίγει για άλλη μια φορά, τώρα μάλιστα απαλλαγμένος, λόγω της σύμβασης που υιοθέτησε, από την «υποχρέωση» μιας αντιστικτικής ή αντιρρητικής, υπονομευτικής δεύτερης φωνής («υποχρέωση» στην οποία, εδώ που τα λέμε, ο συγγραφέας αυτός δεν έδωσε ποτέ σημασία). Είναι προφανές ότι ο Χωμενίδης δεν έγραψε ιστορικό μυθιστόρημα. Δεν προσπάθησε να αναπλάσει πιστά μια μακρινή εποχή (παρόλο που, γενικά, απέφυγε τους αναχρονισμούς και άλλες βίαιες αυθαιρεσίες) ούτε να σχολιάσει τη δική μας μέσα από το πρίσμα εκείνης. Τότε, λοιπόν, τι επιδίωξε- αν επιδίωξε κάτι;
  • Μια πρώτη απάντηση προαναγγέλλεται από τις δύο προμετωπίδες του βιβλίου, μία ρήση του Ρολάν Μπαρτ και μία του Διονύση Σαββόπουλου, αλλά διατυπώνεται επανειλημμένα και από τον ίδιο τον ήρωα στις σελίδες που ακολουθούν: η αφήγηση, η λογοτεχνία υπάρχουν για να δίνουν σχήμα και νόημα στον κόσμο. Η ζωή του Τήνελλου δεν θα ήταν παρά ένα συνονθύλευμα από ασύνδετα μεταξύ τους επεισόδια, αν δεν της έδινε ο ίδιος συνοχή μέσα από την εξιστόρησή της, που την οργανώνει γύρω από μια κεντρική συνείδηση- τη δική του. Ο Χωμενίδης φαίνεται εδώ να ασκεί ευθεία κριτική στον ύστερο μοντερνισμό με τις αποδομικές λειτουργίες του, την έμφασή του στην αστάθεια του γλωσσικού κώδικα και τη διάλυση, αν όχι την άρνηση του νοήματος. Τέτοια πράγματα μπορεί να έχουν ενδιαφέρον για τη γλωσσολογία και τη φιλοσοφία, αλλά δεν ταιριάζουν στη λογοτεχνία.
  • Δεύτερον, ο Τήνελλος κάνει μια κίνηση με κοσμοϊστορική σημασία: σπάζει την παράδοση του «Αναβάτη», δηλαδή την αλληλοδιαδοχή γενεών από ανώνυμους, ουσιαστικά, αοιδούς, που χρησιμοποιούσαν συμβατικά το ίδιο όνομα, την ίδια τεχνοτροπία και το ίδιο ρεπερτόριο. Ο Τήνελλος γίνεται ο πρώτος επώνυμος καλλιτέχνης, εμπλουτίζει τις διηγήσεις του με καινούργιες ιστορίες και τις χρωματίζει με το δικό του, προσωπικό ύφος. Η πρωτοβουλία του σηματοδοτεί τη στροφή της καλλιτεχνικής δημιουργίας από το στατικό και άκαμπτο πνεύμα του κοινοτισμού προς την ατομικότητα και την ελευθερία του καλλιτέχνη. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για την ιδρυτική πράξη του δυτικού πολιτισμού.
  • Θα μπορούσε κανείς να επισημάνει και άλλες ενδιαφέρουσες νοηματικές παραμέτρους στο μυθιστόρημα του Χωμενίδη, αλλά θα σταθώ σε μία από αυτές. Έχει να κάνει με τις διακυμάνσεις της διάθεσης του Τήνελλου απέναντι στην τέχνη του. Είναι πεπεισμένος ότι αυτή αποτελεί τον προορισμό του, αλλά, κουρασμένος πριν ακόμα σαρανταρίσει από τις περιπέτειες όπου μπλέκει εξαιτίας της, αποφασίζει να την εγκαταλείψει και να πάει να ζήσει μια ήσυχη ζωή με τη γυναίκα που τον περιμένει στο Λευκαντί της Εύβοιας (κάτι που πάντως δεν θα συμβεί, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του). Διαπιστώνει ιδίοις όμμασι την πελώρια ψυχεγερτική δύναμή της, ιδιαίτερα όταν κατορθώνει να ανυψώσει το φρόνημα των ξεπεσμένων Μυκηναίων και να τους ξαναδώσει την αυτοεκτίμησή τους, αλλά επίσης διαπιστώνει με απελπισία την ανημπόρια της απέναντι στους άγριους κατοίκους του νησιού όπου βρέθηκε αποκλεισμένος, στο τέρμα της περιπλάνησής του. Μια τυφλή παιδίσκη από αυτόν τον πρωτόγονο συρφετό γοητεύεται, παρόλα αυτά, από τις ιστορίες του και μένει κοντά του, για να γίνει γυναίκα του και μητέρα των πολλών παιδιών του, αργότερα όμως τον βάζει να ψάλλει σ΄ αυτά τα παιδιά τρομακτικές ιστορίες για τον έξω κόσμο, για να μην τολμήσουν ποτέ να ξεμακρύνουν από την οικογενειακή εστία και τον κλήρο τους. Ο Τήνελλος αντιλαμβάνεται, σ΄ εκείνη τη μακρινή αρχαϊκή περίοδο των ημιθέων και των μάγων, ότι η τέχνη δεν είναι «εκ θεού», ότι η δύναμή της είναι σχετική, ότι μπορεί να απελευθερώνει αλλά και να παγιδεύει, ότι όχι σπάνια χρησιμοποιείται για σκοπούς ξένους προς το πνεύμα του δημιουργού της, ότι ο ίδιος ο καλλιτέχνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί, και μάλιστα βάναυσα (κορυφαίο παράδειγμα η εξόντωση εκείνης της θρακικής φυλής με δόλωμα τον λόγο και τη λύρα του Τήνελλου).
  • Και όμως, η τέχνη έχει τον τελευταίο λόγο σ΄ αυτό το μυθιστόρημα, ο πόθος της ανάκτησης του κόσμου μέσα από τον λόγο και τη φαντασία. Τελειώνοντας την αφήγηση της ζωής του, ο Τήνελλος παραγγέλλει στον εγγονό του να φύγει από το νησί, αφού τον νεκροφιλήσει, παίρνοντας μαζί του τη λύρα του και να ταξιδέψει μακριά, για να διαδώσει στους ανθρώπους τα δύο μεγάλα τραγούδια που ολοκλήρωσαν οι δυο τους. Ναι, σωστά το είχαμε υποψιαστεί: ο εγγονός αυτός δεν είναι άλλος από τον Όμηρο.

Περιπλανήσεις ενός αστού

  • Τoυ Nικου Bατοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11/7/2009
  • Vincent Delecroix: Εξω από την πόρτα. Μτφ. Ν. Καρακίτσου - Ντουζέ, Μ. Κασαμπάλογλου -Ρομπλέν. Εκδ. Γκοβόστη.

Μέσα σε 100 σελίδες, ο 40χρονος συγγραφέας Βενσάν Ντελεκρουά, που ζει στο Παρίσι, όπου διδάσκει φιλοσοφία, τα είπε σχεδόν όλα. Το «Εξω από την πόρτα», που κυκλοφόρησε στα γαλλικά το 2004 και εκδόθηκε στα ελληνικά φέτος, είναι μία σύγχρονη παραβολή, με ήρωα έναν ηλικιωμένο κάτοικο του Παρισιού, πρώην καθηγητή Φιλοσοφίας, που κλειδώθηκε έξω από το σπίτι του. Η ατυχής αυτή συγκυρία γίνεται η αφορμή για μία σειρά καταστάσεων καθώς προσπαθεί να επιστρέψει στην κανονικότητα. Το εγχείρημα αποδεικνύεται ατελέσφορο και το πιο εύθυμο και ειρωνικό, καταλήγει να μην είναι σχεδόν ούτε καν επιθυμητό.

Ο Ντελεκρουά ξεδιπλώνει μία έξυπνα δομημένη απομυθοποίηση του σύγχρονου τρόπου ζωής και επιχειρεί να ξεγυμνώσει τις επιδερμικές ανθρώπινες σχέσεις της καθημερινότητας από την υποκρισία και κυρίως από την αφόρητη πλήξη. Το πιο ωραίο στοιχείο του μικρού αυτού βιβλίου είναι ο αυτοσαρκασμός του ήρωα, που γεφυρώνει τις αποστάσεις με την κοινωνία στην οποία δεν μπορεί να βρει μια βολική γωνιά. Ετσι, ο ίδιος ο ήρωας γίνεται σαρκαστής και σαρκαζόμενος, με την ίδια ευκολία που συνδυάζει τη σοφία ενός ηλικιωμένου άνδρα και την απειρία ενός εφήβου. Ο συνδυασμός γεννά ευτράπελα, αλλά το πιο σημαντικό είναι η διύλιση της πραγματικότητας ή πιο σωστά της ρεαλιστικής πρόσληψης του κόσμου μέσα σε ένα ψευδαισθητικό νεφέλωμα που έχει κυρίως να κάνει με το τοπίο των ονείρων.

Ο Ντελεκρουά αντλεί υλικό από την ψυχανάλυση και την ερμηνεία των ονείρων. Ο ήρωάς του, περιφέρεται γυμνός και προσπαθεί να κρύψει τη γύμνια και την ασχήμια του σώματός του, από τα μάτια του κόσμου. Εις μάτην όμως η αγωνία του, γιατί οι περαστικοί τον αντιμετωπίζουν φυσιολογικά. Η ανάγκη ένταξής του στον κόσμο, καθώς αναζητεί τρόπο να ξαναμπεί στο σπίτι του, συμπλέει με τον τρόμο της απόρριψής του. Στο τέλος, μπορεί και τίποτε να μην έχει σημασία.

Αν και ο Βενσάν (Βικέντιος στα ελληνικά) Ντελεκρουά είναι πολύ πιστός (ακούσια ή εκούσια) στη γαλλική παράδοση της μικρής φόρμας, συχνά ελλειπτικής και συχνότερα μη ρεαλιστικής, ο τρόπος του θυμίζει αρκετά και άλλους συγγραφείς της Ευρώπης, που επιχειρούν να στήσουν σύγχρονες παραβολές αστών, συχνά μοναχικών, σε πολυσύχναστους δρόμους μεγάλων πόλεων. Το «Εξω από την πόρτα» μου θύμισε κάπως τη νουβέλα «Μια ομπρέλα για τη μέρα» (εκδ. Καστανιώτη) του εξαιρετικού Γερμανού συγγραφέα Βίλχελμ Γκενατσίνο. Αν και ο Γκενατσίνο είναι πιο πιστός στη ρεαλιστική αφήγηση από τον Ντελεκρουά, η κατάληξη είναι λίγο-πολύ κοινή μέσα από την περιπλάνηση και μοναχική παρατήρηση του άνδρα ήρωα μιας κάποιας ηλικίας με τις σεξουαλικές εμμονές και τον έντονο σαρκασμό /αυτοσαρκασμό.

Θα ήταν άδικο όμως να στερήσει κανείς από το «Εξω από την πόρτα» τον έντονα γαλλικό χαρακτήρα του, όχι με την έννοια του γαλλοκεντρισμού, αλλά ως ατμόσφαιρα και σύνθεση ενός μικρόκοσμου, που εν τέλει αποδεικνύεται ότι δεν έχει όρια.

Στη Ζώνη του Λυκόφωτος

  • Επετειακή έκδοση για τα πενήντα χρόνια που κλείνουν από την έναρξη της σειράς

Του Ηλια Μαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11/7/2009

«Υπάρχει μια πέμπτη διάσταση πέρα από αυτές που είναι γνωστές στον άνθρωπο. Είναι μια διάσταση απέραντη όσο και το Διάστημα και άχρονη όσο και το άπειρο. Είναι ο μεσαίος χώρος ανάμεσα στο φως και τη σκιά, ανάμεσα στην επιστήμη και τη δεισιδαιμονία, και βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο πηγάδι των βαθύτερων φόβων του ανθρώπου και στις κορφές της γνώσης του. Αυτή είναι η διάσταση της φαντασίας. Μια περιοχή που αποκαλούμε Η Ζώνη του Λυκόφωτος». Αυτός ήταν ένας από τους ατμοσφαιρικούς, υποβλητικούς προλόγους του Ροντ Σέρλινγκ, όταν έπεφταν οι τίτλοι έναρξης της τηλεοπτικής σειράς «Η Ζώνη του Λυκόφωτος» στην Αμερική του 1959. Φέτος κλείνουν πενήντα χρόνια από την προβολή του πρώτου επεισοδίου μιας μοναδικής τηλεοπτικής σειράς που συνδύαζε μοναδικά τον καφκικό εφιάλτη με την επιστημονική φαντασία, το παράδοξο με το υπερφυσικό, το νουάρ με την ιστορία τρόμου.

Το βιβλίο του Ντάγκλας Μπροντ «Ο Ροντ Σέρλινγκ και τη Ζώνη του Λυκόφωτος. Επίσημο Αφιέρωμα για την 50ή Επέτειο», αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να καταδυθεί κανείς στη μοναδική εκείνη ατμόσφαιρα του θρυλικού δημιουργήματος του Σέρλινγκ. Με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, μαρτυρίες, αναλύσεις των σημαντικότερων επεισοδίων, καθώς και προσωπικές καταθέσεις της Κάρολ Σέρλινγκ, χήρας του μεγάλου σεναριογράφου και παραγωγού, ο ανά χείρας τόμος προσφέρεται τόσο για τους αμύητους όσο και για τους μυημένους. Ειδικά για τους δεύτερους, θα προτείναμε και το εξαιρετικό «The Twilight Zone Companion» (Silman - James Press, Los Angeles, 1992) του Marc Scott Zicree.

Η «Ζώνη του Λυκόφωτος» προβαλλόταν με τεράστια επιτυχία στην αμερικανική τηλεόραση από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 έως τις αρχές του ’60. Γνώρισε αναβιώσεις στην εποχή της έγχρωμης τηλεόρασης, έγινε και κινηματογραφική ταινία, αλλά εκείνη η πρώτη πενταετία ήταν που κατέστησε τη σειρά cult φαινόμενο.

Οπως είπαμε, πίσω από την επιτυχημένη σειρά κρυβόταν ο δαιμόνιος Ροντ Σέρλινγκ. Αυτός συνέλαβε την όλη ιδέα, υπήρξε ο βασικός σεναριογράφος, ενώ προλόγιζε και έκανε τον επίλογο κάθε επεισοδίου (που ήταν αυτοτελή, εβδομαδιαία), εν είδει επιμυθίου.

Βετεράνος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με σοβαρό τραύμα και δύο παράσημα, ο Σέρλινγκ υπέφερε σε όλη του τη ζωή από εφιάλτες και οι άνθρωποι του στενού του περιβάλλοντος λένε ότι πέρασε όλη αυτή την αγωνία που τον κατέτρωγε στη συγκεκριμένη σειρά.

Σημαντικοί συγγραφείς

Εκτός από τον Σέρλινγκ, πάρα πολλές ιστορίες έγραψαν και πολύ σημαντικοί συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας και του φανταστικού, όπως οι Ρίτσαρντ Μάθεσον, Ρέι Μπράντμπερι κ.ά. Μάλιστα, το εκπληκτικό μυθιστόρημα του πρώτου, «Ο άνθρωπος που συρρικνώθηκε» έγινε κινηματογραφική ταινία το 1957. Αξιομνημόνευτη έχει μείνει επίσης η μουσική των τίτλων της σειράς από τον Μπέρναρντ Χέρμαν, τακτικού συνεργάτη του Χίτσκοκ στο «Ψυχώ», τον «Ιλιγγο» και αλλού.

Επεισόδια όπως το «Walking Distance» (προβλήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1959), με την επιστροφή ενός 35χρονου στη γενέθλια πόλη όπου συναντά... τον εαυτό του όταν ήταν μικρό παιδί ή το «In Praise of Pip» (27 Σεπτεμβρίου 1963) με έναν πατέρα να πέφτει πάνω στο φάντασμα του ετοιμοθάνατου γιου του (ο οποίος πεθαίνει «σε ένα μέρος που λέγεται Νότιο Βιετνάμ. Υποτίθεται ότι δεν γίνεται πόλεμος εκεί, αλλά ο γιος μου πεθαίνει») ή το «The Purple Testament» (12 Φεβρουαρίου 1960), με την κατάρα ενός στρατιώτη, ο οποίος συνειδητοποιεί ότι έχει την μυστηριώδη ικανότητα να ξέρει πότε θα σκοτωθούν οι συνάδελφοί του, βλέποντας μια λάμψη στο μέτωπό τους (ώσπου, σε έναν καθρέφτη, αντικρίζει αυτή την ίδια λάμψη στο δικό του μέτωπο), δείχνουν ότι ο Σέρλινγκ ήταν χαρισματικός παραμυθάς. Δείχνουν επίσης με πόσο απλά μέσα μπορεί κάποιος να κάνει κάτι τρομερά δύσκολο: καλή τηλεόραση.

Douglas Brode, «Rod Serling and the Twilight Zone: The Official 50th Anniversary Tribute», Barricade Books, σελ. 288.

Friday, July 10, 2009

Ζυράννα Ζατέλη: Το μακρύ ταξίδι σε μυστικούς τόπους

Το νέο βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη «Το πάθος χιλιάδες φορές» (εκδ. Καστανιώτη) εκπληρώνει με τρόπο θαυμαστό τις προσδοκίες όσων το περίμεναν με ανυπομονησία. Επαναφέρει, όμως, κι άλλες ιδιότητες της λογοτεχνίας, που οι ταχύτητες της εποχής μάλλον έχουν αμβλύνει. «Το πάθος χιλιάδες φορές» προσφέρει γενναιόδωρα στον αναγνώστη τη δυνατότητα να είναι συμμέτοχος σ' ένα μακρύ ταξίδι σε μυστικές... ψυχικές τοποθεσίες. Ταξίδι, όχι μόνο σαγηνευτικό, αλλά και βαθιά ιαματικό. Δεν του λείπει, επίσης, το χιούμορ, εκείνο, όμως, το σχεδόν αδιόρατο χιούμορ, που μοιάζει να αποφορτίζει με την υγρασία του τις δίνες του εαυτού.

Αν και αυτοτελές, το μυθιστόρημα γεφυρώνει το πρώτο και το τρίτο βιβλίο της τριλογίας, «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους». Με φόντο το υποβλητικό τοπίο της υπαίθρου στη Βόρεια Ελλάδα, παρακολουθούμε, ανάμεσα σε θαυμαστά και απρόβλεπτα επεισόδια, τη διαδρομή ενός αινιγματικού κοριτσιού, της Λεύκας, από την παιδική ηλικία προς την ενηλικίωση. Δαίμονές της είναι ο έρωτας που «τρώει τα σωθικά» και η βάσανος της γραφής και της δημιουργίας. Η Ζυράννα Ζατέλη, ήρεμη, γήινη και συντροφιά με την πιο κοινωνική γάτα του σπιτιού της, τη Σέρκα, μας μίλησε για το νέο της βιβλίο.

Νιώθετε ανάλαφρη τώρα που ολοκληρώσατε ένα ακόμη μυθιστόρημα-ποταμό 770 σελίδων; Σας ρωτάω επειδή, από ό,τι καταλαβαίνω, είναι επίπονη για σας η διαδικασία της γραφής...

«Ακόμη καλά καλά δεν το έχω πιστέψει ότι τελείωσε και ότι μπορώ να ξυπνώ το πρωί χωρίς την αγωνία της επόμενης σελίδας. Το συνειδητοποιώ λίγο λίγο, από μέρα σε μέρα. Οπως σήμερα, που πήγαινα στη λαϊκή της περιοχής μου και σκεφτόμουν πόσο καιρό είχα αλήθεια, μήνες και χρόνια, να κάνω αυτή τη διαδρομή χωρίς να με τρώει η έγνοια για την τάδε σκηνή, για το δείνα πρόσωπο, για εκείνο που εκκρεμεί, για το άλλο που προέκυψε... Ενιωθα πραγματικά ανάλαφρη, σαν να μου έλαχε ένα δώρο, αλλά και λίγο ορφανή, μετέωρη. Ετσι συμβαίνει πάντα όταν τελειώνω ένα βιβλίο, με το οποίο ξημεροβραδιάστηκα επί μακρόν, λυτρώνομαι και μαζί ορφανεύω. Θα ξεκουραστώ για κάποιους μήνες, δεν γίνεται αλλιώς, μα δεν σας κρύβω ότι θα ξαναβρώ τον εαυτό μου μόνο όταν αρχίσουν πάλι να μαζεύονται τα "σύννεφα" στο κεφάλι μου, οι υπαινιγμοί με τα μειδιάματα για την επόμενη πράξη».

Πολλοί οι νεκροί στο προηγούμενο βιβλίο σας, όπως και στους «Λύκους», μα τώρα σ' αυτό αποφασίσατε να τους φέρετε από τον κάτω κόσμο στον επάνω. Και μοιάζουν τόσο φυσικές οι διαδρομές τους ανάμεσα στους δύο κόσμους... Τι σημαίνει για σας αυτό το προσκλητήριο νεκρών;

«Πριν απ' όλα ότι είμαι ακόμα ζωντανή και ότι είχα τη δυνατότητα, ως μυθιστοριογράφος, να το κάνω. Οπως σε κάποια δημώδη άσματα, όπου βλέπουμε "να συντυχούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους" και δεν μας τρομάζει, το αποδεχόμαστε ως την πλέον φυσική υπέρβαση. Από πολλά χρόνια με τριγύριζε μια τέτοια ιδέα, κι ίσως οι τόσοι θάνατοι στο προηγούμενο βιβλίο μου να αποσκοπούσαν ασυνείδητα σ' αυτή την επανάκαμψη για μια μοναδική, "μυθιστορηματική" νύχτα. Δεν καταπιάνομαι με το ερώτημα αν υπάρχει ή όχι ζωή μετά τον θάνατο, δεν είναι της αρμοδιότητάς μου -υποθέτω πως μόνο οι νεκροί είναι "αρμόδιοι" να απαντήσουν-, αλλά μες στα εδάφη της μυθοπλασίας μου έχω, νομίζω, το δικαίωμα να κάνω πότε πότε τέτοια "ανήκουστα" να συμβαίνουν. Μελαγχολικό εγχείρημα κατά βάθος, που το άφησα να εξελιχθεί σε πανδαισία... Κάπως έτσι».

Είπατε πρόσφατα ότι για να πετύχετε αυτήν ειδικά τη συνύπαρξη ρεαλισμού και φαντασίας, χρειάστηκε κάποιες φορές να ισορροπήσετε πάνω σε μια τρίχα. Ποιος ήταν ο κίνδυνος;

«Η τρίχα είναι υπερβολή, ας πούμε καλύτερα πάνω σε σχοινί... Κοιτάξτε, δεν θα με ενδιέφερε να γράφω μια καθαρά εξωπραγματική ιστορία, με βρικόλακες που επιστρέφουν και τα συναφή, αν και κάποια στοιχεία αυτού του λογοτεχνικού είδους, του φανταστικού, με ήλκυαν ανέκαθεν πρέπει να πω, φυσικά και οι συγγραφείς τους -συμφωνώ με τον Λάβκραφτ, που λέει ότι το πιο παλιό και το πιο δυνατό συναίσθημα του ανθρώπου είναι ο φόβος για το άγνωστο-, γι' αυτό και σεβάστηκα κάποιους "άγραφους νόμους". Οπως για παράδειγμα ότι τα ιδιάζοντα αυτά άτομα, που εγείρονται τη νύχτα, έχουν διορία μέχρι το πρώτο άστρο της αυγής, όχι παραπάνω, κι όταν βγαίνουν πια στον δρόμο τα χαράματα, μετά το δείπνο, δεν είναι ορατά, παρά μόνο για ένα σκυλί, την Κούσα, που τους παίρνει στο κατόπι παίζοντας μαζί τους... Παραδέχομαι, λοιπόν, ότι δεν ήταν και το ευκολότερο πράγμα να πετύχω αυτή τη λεπτή δοσολογία και δοσοληψία μεταξύ πραγματικού και μη πραγματικού και συχνά είχα την αίσθηση ότι η Κούσα παίζει μεν με τους αόρατους και τους άφαντους, αλλά κι εγώ με το κεφαλάκι μου. Συνάμα το απολάμβανα ιδιαίτερα, πρέπει να το πω κι αυτό».

Το μυθιστόρημά σας μοιάζει με ένα μεγάλο ταξίδι στις πιο σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης, στην παιδική ηλικία, στη χώρα του θανάτου, στον ανομολόγητο έρωτα, που «τρώει τα σωθικά», αλλά και στο μυστήριο αυτής καθεαυτήν της συγγραφής. Στοιχεία που ενυπάρχουν σε όλα τα προηγούμενα βιβλία σας, αλλά με το μυστήριο της γραφής μέσα από τη γραφή τώρα νομίζω καταπιάνεστε τόσο άμεσα.

«Ηταν φαίνεται ή ώρα να γίνει κι αυτό, και δεν σας κρύβω ότι με παίδεψε περισσότερο κι απ' την επάνοδο των νεκρών. Το να γράφω είναι η μοίρα μου, κάτι που με διάλεξε και το διάλεξα, με φτιάχνει και το φτιάχνω, που χωρίς αυτό δεν υφίσταμαι, αλλά μη μου ζητήσετε να πω τον ορισμό του... Το να αποπειραθώ, λοιπόν, να γράψω για το γράψιμο μέσα από ιστορίες -χωρίς δηλαδή να κάνω δοκίμιο ή μελέτη-, κάτι στιγμές με γονάτισε, με έφερε στα πρόθυρα της απόγνωσης. Μα ήταν κι αυτό μέρος του παιχνιδιού - αυτό κι αν ήταν δηλαδή».

Στον πυρήνα της ιστορίας σας συναντάμε μια από τις πιο γοητευτικές και παράξενες ηρωίδες της ελληνικής -και όχι μόνο- λογοτεχνίας, τη Λεύκα. Ενα κορίτσι σαμάνο, ψυχοπομπό, που «βοηθάει» τους ετοιμοθάνατους να περάσουν στην άλλη όχθη, παλεύει γενναία μ' έναν έρωτα βασανιστικό και ανεκπλήρωτο, που στοιχειώνει όλο το βιβλίο, ενώ παράλληλα ασκείται με πάθος σε μια αλλόκοτη ανάποδη γραφή. Πως γεννήθηκε αυτό το πλάσμα;

«Η Λεύκα υπέφωσκε και στο προηγούμενο βιβλίο, βασίλευε στη σκιά ας πούμε, και με την τελευταία φράση εκεί πέρα -μέσα στις φλόγες ήταν να μπει και το σκεφτόταν- άνοιγα μάλλον λογαριασμούς μαζί της, παρά έκλεινα. Το σκέφτηκε λοιπόν, το σκέφτηκα κι εγώ, και τελικά δεν γινόταν να μη μπει σ' αυτές τις φλόγες... Με τη μεταφορική τους έννοια βέβαια οι φλόγες, μα όχι γι' αυτό λιγότερο "πύρινες" ή βασανιστικές».

Αινιγματικές και συγχρόνως διαφωτιστικές στην εξέλιξη της ιστορίας είναι οι σχέσεις που αναπτύσσει η Λεύκα με τα ζώα, με τα πουλιά και σπαρακτικά ανθρώπινο το δέσιμό της με τη «δίδυμη» Ωραιοζήλη, ένα παραμορφωμένο ανάπηρο κορίτσι. Ολα αυτά είναι κατά κάποιον τρόπο οι σύνδεσμοί της με κόσμους μυστικούς και άφατους;

«Είχα πάντα μια φοβερή αγάπη για τα ζώα, μα όσο μεγαλώνω δεν μπορώ να φανταστώ, όχι τη ζωή μου, αλλά την ίδια την ψυχή μου χωρίς αυτά. Κάτι σαν "εικόνα Θεού" είναι το ζώο για μένα, με πάει πολύ μακριά η παρουσία του, ή ύπαρξή του, κι έχω την αίσθηση ότι από τα μάτια των ζώων θα κριθούμε γι' αυτό που είμαστε. Πώς θα γινόταν, λοιπόν, να μην τ' αφήσω να ρίχνουν τη σκιά τους στις ιστορίες μου, να μην ακολουθώ τα ίχνη τους, να μη μαγεύομαι απ' το μυστήριο της ματιάς τους, από την άφατη και αφοπλιστική "ομιλία" τους; Οσο για κείνο το άμοιρο πλάσμα, την Ωραιοζήλη, θα περιοριστώ σε μια παρατήρηση του βιβλίου που αφορά τον αδελφό της: "Γι' αυτόν, όλα της νύχτας τα πουλιά θα θρηνούσαν από 'δώ κι έπειτα την αδελφή του. Και μια δική τους αδελφή».

Εχετε κι εσείς κάτι το αινιγματικό ως παρουσία, ο περισσότερος κόσμος σάς θεωρεί ακριβοθώρητη, μοναχική, αν και σας έχω συναντήσει και σε εξωστρεφή μέρη. Σας θυμάμαι, για παράδειγμα, στη συναυλία των Ρόλινγκ Στόουνς, ή να περπατάτε ήρεμα στην Πλάκα, ή στο κέντρο της Αθήνας. Μήπως δεν είστε τόσο μοναχική, όσο νομίζουμε εμείς απ' έξω;

«Δεν νομίζω πως είμαι ο ορισμός του μοναχικού ατόμου, όπως ούτε βέβαια και του αβάσταχτα κοινωνικού... Κλείνομαι στη γωνιά μου όταν δουλεύω, μα αυτό δεν σημαίνει ότι κλειδαμπαρώνομαι ή ότι δεν σηκώνω το τηλέφωνο άμα χτυπήσει. Σε κοσμικές εκδηλώσεις και σούρτα-φέρτα δεν θα με δείτε ασφαλώς. Αντίθετα, μου αρέσει πολύ να περπατώ , μόνη ή με παρέα -είμαι "του πεζικού", όχι μονάχα της πεζογραφίας-, και ουκ ολίγοι από αυτούς που με θεωρούν ακριβοθώρητη, με βλέπουν συχνά στα σινεμά, συνήθως μου μιλάνε, ή σε κάποιες συναυλίες τα καλοκαίρια, ή να φροντίζω αδέσποτα γατιά... Πού το τόσο παράξενο»;

Το μυθιστόρημά σας είναι πολυσέλιδο, απαιτεί χρόνο για να διαβαστεί. Σκεφτήκατε ότι κάποιοι ίσως... τρομάξουν με τον όγκο του;

«Κάποιοι θα τρομάξουν, τι να κάνουμε, αλλά υπάρχουν κι άλλοι -κάμποσοι μάλιστα- που, φτάνοντας προς τη μέση του βιβλίου, τους πιάνει λέει φόβος μην τελειώσει. Δεν ξεκίνησα, ξέρετε, από καπρίτσιο να γράφω πολυσέλιδα μυθιστορήματα, είναι το ίδιο το υλικό που ζητάει μεγαλύτερο "μυθιστορηματικό" πεδίο να αναπνεύσει, να εξελιχθεί. Οσο για τον χρόνο "που μας λείπει", είναι άλλοθι νομίζω - χάσαμε την ψυχή μας και τον μπούσουλά μας, με το να κυνηγάμε το γρήγορο και το εύκολο, και μετά, τάχα, πού να περισσέψει καιρός για να τα πούμε λίγο με το μέσα μας. Αυτά δεν είναι σοβαρά. Το όφελος που αποκομίζουμε από ένα καλό βιβλίο, είτε "επικό" στις διαστάσεις του είτε "επιγραμματικό" είτε κάπου ανάμεσα, καμία ψυχοθεραπεία και καμία θρησκεία δεν μπορούν να μας τα προσφέρουν. Κατά την άποψή μου τουλάχιστον».

Παγκόσμια φιλολογική συνάντηση στη Χίο

Την ετήσια παγκόσμια φιλολογική συνόδο τους, πραγματοποιούν στη Χίο η Euroclassica (Όμιλος Ευρωπαϊκών Εταιρειών Καθηγητών Κλασικών Γλωσσών και Πολιτισμών) και η Ομηρική Ακαδημία.

  • Οι εργασίες πραγματοποιούνται από τις 12 μέχρι 19 Ιουλίου στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Χίου και τελούν υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ έχουν την υποστήριξη της Βουλής των Ελλήνων, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χίου και του Δήμου Χίου.
  • Συμμετέχουν Ακαδημαϊκοί, Καθηγητές Πανεπιστημίων, Διδάκτορες, Ερευνητές, φοιτητές από την Ελλάδα, την Ευρώπη και από ολόκληρο τον κόσμο. Οι σύνεδροι θα έχουν την ευκαιρία να εντρυφήσουν στα Ομηρικά έπη και στην ελληνική γραμματεία. Στη διαχρονική ροή της γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού ενώ παράλληλα θα μάθουν ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς και τοπικά ήθη και έθιμα.
  • Σύμφωνα με το πρόγραμμα οι συμμετέχοντες στις εκδηλώσεις θα επισκεφθούν μεταξύ άλλων την Ακρόπολη και το νέο της Μουσείο, ενώ στη Χίο θα επισκεφθούν τη Δασκαλόπετρα όπου κατά την παράδοση δίδαξε ο Όμηρος τους μαθητές του Ομηρίδες και τη Βολισσό όπου η παράδοση θέλει να ήταν το σπίτι του.
  • Από επιστημονικής πλευράς το συνέδριο περιλαμβάνει τρεις κύκλους σπουδών: 1) Τμήμα Ελληνιστών με κύριο θέμα: «Ο Όμηρος στον Κόσμο», 2) Τμήμα φοιτητών με θέμα: «Όμηρος και Παγκόσμια Φιλολογία» και 3) Τμήμα Νεοελληνικής Γλώσσας, Ιστορίας και Πολιτισμού.
  • enet.gr, 16:13 Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009